αθωώνομαι


αθωώνομαι
αθωώνομαι, αθωώθηκα, αθωωμένος βλ. πίν. 4

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποφεύγω — (AM ἀποφεύγω) 1. κρατιέμαι μακριά από κάποιον ή κάτι 2. αρνούμαι να κάνω κάτι 3. διαφεύγω, διασώζομαι αρχ. 1. απαλλάσσομαι, αθωώνομαι 2. (για γυναίκες) γεννώ …   Dictionary of Greek

  • αποφυγγάνω — ἀποφυγγάνω (Α) αθωώνομαι …   Dictionary of Greek

  • αφήνω — και αφίνω Ι. (μτβ.) 1. παύω να κρατώ κάτι 2. τοποθετώ, ακουμπώ, βάζω κάπου 3. εγκαταλείπω, βάζω κατά μέρος, παρατώ 4. αποχωρίζομαι κάποιον 5. αναχωρώ, αποχωρώ, φεύγω από κάπου 6. σταματώ, παύω 7. μτφ. απαρνούμαι, αποβάλλω κακές συνήθειες 8. (για… …   Dictionary of Greek

  • εκφεύγω — και ξεφεύγω (AM ἐκφεύγω) φεύγω έξω ή μακριά, ξεφεύγω, διαφεύγω μσν. 1. (μτβ.) αποφεύγω κάποιον ή κάτι 2. απομακρύνομαι από κάποιον 2. (αμτβ.) τρέπομαι σε φυγή 3. πηγαίνω με το μέρος κάποιου καταφεύγοντας κοντά του 4. (για ρούχο) φτάνω μσν. αρχ.… …   Dictionary of Greek